Ο λυκίσκος καλλιεργείται  για τα θηλυκά άνθη του και χρησιμοποιείται στην φαρμακευτική, αλλά κυρίως για την παραγωγή μπύρας.

Η επιστημονική ονομασία του λυκίσκου είναι Hummulus lupulus. Είναι ένα πολύ διαδεδομένο φυτό της ελληνικής χλωρίδας το οποίο αυτοφύεται και είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της Ελλάδας. Ο λυκίσκος είναι ένα αρωματικό-φαρμακευτικό φυτό με ευρεία χρήση και ιστορία χιλιάδων χρόνων. Ως αρωματικό φυτό, ο λυκίσκος αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά της μπύρας. Είναι αυτό που προσδίδει το άρωμα, την πικρή γεύση -η οποία εξισορροπεί τη γλυκύτητα της βύνης- και τον πλούσιο αφρό της.

Ο λυκίσκος ανήκει στην οικογένεια των Cannabinaceae, και στο γένος Humulus. Είναι πολυετές φυτό που ζει και καρποφορεί  μέχρι 20 ετών. Είναι φυτό δίοικο, δηλαδή υπάρχουν φυτά ξεχωριστά με θηλυκά και αρσενικά άνθη. Φέρει βλαστούς γωνιώδεις οι οποίοι εσωτερικά είναι κοίλοι και οι οποίοι  αναπτύσσονται σαν αναρριχώμενοι ενώ  μπορούν να φθάσουν σε ύψος 8 μέτρων. Είναι ένα φυτό που συγκαταλέγεται στα πιο ταχυφυή που υπάρχουν στον κόσμο, φθάνοντας μέχρι 10- 35cm αύξηση την ημέρα.

Οι ρίζες του φθάνουν σε βάθος 1,5 μέτρων αλλά και πλάγια σε απόσταση  2 μέτρων.

Τα θηλυκά άνθη του λυκίσκου είναι αυτά που συγκομίζονται για να χρησιμοποιηθούν και μάλιστα χωρίς να έχουν γονιμοποιηθεί.

Τα άνθη του σχηματίζουν στροβιλοειδείς ή ωοειδείς ταξιανθίες (κώνους) μήκους 2,5 – 6,5cm ανάλογα με την ποικιλία και τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Γύρω από τα άνθη ευρίσκονται μεγάλα φύλλα, που φέρουν στην βάση τους τριχίδια που έχουν αδένες που εκκρίνουν την αλκαλοειδή ουσία που λέγεται «λουπουλίνη». Είναι η ουσία που δίνει την ιδιάζουσα γεύση της μπύρας.

Τα κύρια συστατικά της λουπουλίνης είναι:

α) το έλαιον του λυκίσκου. Αυτό ευρίσκεται σε ποσοστό 0,2-0,8% και έχει χαρακτηριστικό άρωμα

β) οι μη ρητινώδης πικραντικές ουσίες,

γ) οι ρητινώδεις πικραντικές ουσίες, που κατηγοριοποιούνται σε άλφα και βήτα, οι οποίες αφενός ευθύνονται για την πικρή γεύση, αφετέρου δε ασκούν ευεργετική επίδραση στην δυνατότητα συντήρησης τους.

δ) οι ταννίνες με μία περιεκτικότητα 4-5%.

Τα αρσενικά φυτά είναι ανεπιθύμητα διότι με την γονιμοποίηση των θηλυκών ανθέων, μειώνουν την απόδοση και την ποιότητα της παραγωγής επειδή τα γονιμοποιημένα θηλυκά άνθη δίνουν πολύ κατώτερης ποιότητας παραγωγή.

Ο λυκίσκος πολλαπλασιάζεται με σπόρους, αλλά και με μοσχεύματα. Με σπόρους δεν ενδείκνυται ο πολλαπλασιασμός, επειδή παράγονται φυτά, ανομοιόμορφα αλλά και επειδή το ποσοστό των αρσενικών φυτών (ανεπιθύμητα φυτά) που παράγονται είναι περίπου 50%.  Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται από διάφορα πανεπιστήμια και ιδρύματα γεωργικής έρευνας για την παραγωγή νέων ποικιλιών.

Για την εμπορική καλλιέργεια του λυκίσκου,  χρησιμοποιείται ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα. Τα μοσχεύματα λαμβάνονται από παραφυάδες, που είναι άφθονες στη βάση των φυτών. Τα μοσχεύματα έχουν μήκος 15-20cm και φυτεύονται πρώτα σε φυτώριο για να ριζοβολήσουν  ή απευθείας  στο χωράφι.

Ο λυκίσκος μπορεί να καλλιεργηθεί σε γόνιμα  εδάφη που πρέπει να είναι βαθιά, πλούσια σε οργανική ουσία αλλά και μέσης μηχανικής συστάσεως. Το ρΗ μπορεί να είναι 6-8.

Ο λυκίσκος προσαρμόζεται σε ποικίλες κλιματικές συνθήκες. Προτιμά όμως περιοχές που έχουν ήπιο κλίμα, με κανονικό ύψος βροχοπτώσεων, με μεγάλη ηλιοφάνεια και υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι.

Πριν από το φύτεμα των φυτών, γίνεται ένα βαθύ όργωμα του εδάφους και η ενσωμάτωσης 2 περίπου τόνων κοπριάς το στρέμμα. Γίνεται μία λίπανση του εδάφους με μία ποσότητα 20 κιλών αζώτου, 20 κιλών φωσφόρου και 30 κιλών καλίου. Πολλές φορές κατά την διάρκεια της βλαστήσεως γίνονται επιφανειακές λιπάνσεις με διάφορα λιπάσματα.

Η εγκατάσταση της φυτείας θα πρέπει να γίνεται την άνοιξη, όταν περάσει ο κίνδυνος των παγετών. Απαραίτητη καλλιεργητική εργασία  είναι η υποστύλωση των φυτών, με σκοπό τη διαμόρφωση κατάλληλου σχήματος ώστε να μεγιστοποιηθούν οι αποδόσεις. Θα πρέπει η υποστύλωση να γίνει πριν την εγκατάσταση της φυτείας για να εξασφαλίσει στην καλλιέργεια την απαιτούμενη στήριξη, δεδομένου του βάρους του φυτού, καθώς και την απαραίτητη έκθεση του υπέργειου μέρους στο φως και στον αέρα.

Η φύτευση γίνεται με  μοσχεύματα που έχουν αποκτήσει καλό ριζικό σύστημα στο φυτώριο. Τα φυτά φυτεύονται σε αποστάσεις γραμμών 2-2,5 μέτρων και σε αποστάσεις φυτού από φυτό επάνω στις γραμμές φυτεύσεως 0,8-0,9 μέτρα. Πριν από την εγκατάσταση των φυτών, γίνεται η εγκατάσταση στο χωράφι του συστήματος των υποστυλώσεων που μπορεί να είναι του τύπου κρεβατίνας υψηλού τύπου, ή σε ατομικούς στύλους.

Το εναέριο μέρος των φυτών του λυκίσκου κατά το φθινόπωρο – χειμώνα αποξηραίνεται, ενώ την άνοιξη τα φυτά αναβλαστάνουν εκ νέου.

Οι συνήθεις καλλιεργητικές εργασίες που εφαρμόζονται στην καλλιέργεια αυτή, είναι η καταστροφή των ζιζανίων με μηχανικά μέσα (σκαλίσματα) και η καταστροφή των πλεοναζόντων παραφυάδων. Σε κάθε όρχο αναπτύσσονται πολλές παραφυάδες, αλλά κλαδεύονται και αφήνονται ανά θέση 3-5 βλαστοί.

Ο λυκίσκος είναι πολύ απαιτητικός σε νερό γι αυτό θα πρέπει να αρδεύεται τακτικά, ειδικά με την άνοδο των θερμοκρασιών. Η έλλειψη του αρδευτικού νερού είναι καταστροφική για αυτή την καλλιέργεια.

Η περίοδος της ανθήσεως είναι η πιο κρίσιμη περίοδος. Η άνθηση αρχίζει τον Ιούλιο και η ωρίμανση των ανθέων γίνεται μέχρι τα τέλη Αυγούστου ή στις αρχές Σεπτεμβρίου. Τα ώριμα  άνθη διακρίνονται από το χρώμα τους το οποίο από πολύ πράσινο μετατρέπεται σε κιτρινοπράσινο. Τα παράνθια φύλλα αποκτούν χρώμα κοκκινωπό, ενώ γίνεται αισθητή η οσμή της λουπουλίνης. Η ωρίμανση γίνεται διαδοχικά και η συγκομιδή των ανθέων γίνεται με τα χέρια αλλά και με μηχανές συγκομιδής. Κατά την μηχανική συγκομιδή, αποκόπτονται τα φυτά και στην συνέχεια μεταφέρονται σε μηχανές με τις οποίες γίνεται η αποκοπή των ανθέων.

Τα συγκομισθέντα άνθη στη συνέχεια αποξεραίνονται σε χώρους που προστατεύονται από τον ήλιο αφού απλωθούν σε μικρό πάχος επί του δαπέδου. Η αποξήρανση γίνεται μέχρι να μειωθεί η υγρασία τους και να ώστε να χάσουν το 80-90% της υγρασίας τους και να αποκτήσουν 10-12% υγρασία, ώστε να μπορούν να συντηρηθούν. Επίσης σε μεγαλύτερες ποσότητες ανθέων, η αποξήρανση γίνεται σε ειδικά ξηραντήρια.


Εχθροί – ασθένειες & ζιζάνια:

Οι κυριότεροι εχθροί του είναι οι αφίδες και ο τετράνυχος, ενώ από φυτοπαθολογικής απόψεως οι σοβαρότερες ασθένειες προκαλούνται από διάφορους μύκητες όπως είναι το φουζάριο,  το ωίδιο και ο ψευδοπερονόσπορος. Οι εχθροί και οι ασθένειες πρέπει να  αντιμετωπίζονται έγκαιρα και αποτελεσματικά με τα κατάλληλα μέσα, διότι το μόλυσμα που μένει στην καλλιέργεια επανέρχεται κάθε χρόνο αν  δεν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά. Μετά τη συγκομιδή, κατά την περίοδο του φθινοπώρου, πρέπει να αφαιρούνται όλοι οι ξηροί βλαστοί που έχουν εναπομείνει και να καλύπτονται ελαφρά τα ριζώματα υψώνοντας  αναχώματα στις σειρές που υπάρχουν τα ριζώματα.

Επίσης θα πρέπει το χειμώνα να γίνεται συστηματική  καταπολέμηση των χειμερινών ζιζανίων για  να προστατευθεί η διαθέσιμη υγρασία του εδάφους και τα θρεπτικά συστατικά του  και δευτερευόντως επειδή υπάρχει κίνδυνος  διατήρησης των μολυσματικών παραγόντων επάνω στα ζιζάνια, με κίνδυνο την πρόκληση ασθενειών, λόγω του πυκνού φυλλώματός τους.

Στις αρχές της άνοιξης πάλι γίνεται  καταστροφή των ανοιξιάτικων ζιζανίων ενώ ταυτόχρονα γίνεται ενσωμάτωση των απαραίτητων λιπασμάτων.


Η καλλιέργεια

Μια τεχνική που αποφέρει πολύ καλά αποτελέσματα είναι τα χλωρά κλαδέματα. Αυτά διενεργούνται στα πράσινα μέρη του φυτού, κατά τη διάρκεια βλάστησης, ώστε να εξισορροπείται η αναλογία του όγκου του φυλλώματος με τον αριθμό των ανθέων, επειδή στην περίπτωση που  υπάρχει ανισορροπία μεταξύ τους,  υπάρχει κίνδυνος να υποβαθμισθεί η παραγωγή ποσοτικά αλλά και  ποιοτικά.

Πολύ σημαντικός παράγοντας στην ομαλή διεξαγωγή της καλλιέργειας του λυκίσκου είναι η σωστή διαχείριση του νερού από τις αρχές της ανοίξεως μέχρι την περίοδο του φθινοπώρου, δηλαδή σε ολόκληρη την περίοδο που το φυτό  βρίσκεται σε μια ταχεία αναπτυσσόμενη φάση και η έλλειψη νερού σε αυτά τα κρίσιμα στάδια μπορεί να έχει επιζήμιες συνέπειες. Όσον αφορά τις αποδόσεις, η φυτεία μας εισέρχεται στην παραγωγή μετά τον πρώτο χρόνο.


Η παραγωγή

Σε σύγκριση με άλλες πολυετείς καλλιέργειες τα φυτά του λυκίσκου αποδίδουν συνεχώς με σταθερές  αποδόσεις, αν τηρούνται οι σωστές καλλιεργητικές τεχνικές. Ο λυκίσκος από το δεύτερο έτος αποδίδει 200-250 κιλά το στρέμμα ενώ κατά τα επόμενα μπορεί να φθάσει τα 300-400 κιλά το στρέμμα. Υπολογίζεται ότι για την παραγωγή χιλίων λίτρων μπύρας απαιτούνται 0,3 κιλά ξηρών ανθέων λυκίσκου.

Η καλλιέργεια του λυκίσκου έχει ένα σημαντικό κόστος για την υψηλή υποστύλωση των φυτών,  αλλά η απόσβεση του κόστους αυτού γίνεται σε μία διάρκεια 10-15 ετών λόγω του ότι πρόκειται για φυτό πολυετές. Βέβαια θα πρέπει προηγουμένως να διασφαλίζεται η διάθεση της παραγωγής με την μέθοδο της συμβολαιακής γεωργίας. Σύμφωνα με στοιχεία που προέρχονται από την Γαλλία το κόστος της υποστύλωσης του λυκίσκου ανέρχεται σε 1300€ /στρέμμα ενώ το κόστος εγκατάστασης της καλλιέργειας είναι 300-400€ το στρέμμα.

Η τιμή πώλησης των ξερών ανθέων ανέρχεται στα 5-7 €/ κιλό, δηλαδή η καλλιέργεια αυτή μπορεί να δώσει μία ακαθάριστη πρόσοδο της τάξεως των 2000-2800€/στρ.


Οι χρήσεις του

Το μέρος του φυτού που χρησιμοποιείται για την παραγωγή της μπύρας είναι τα άνθη του, τα οποία έχουν το μέγεθος του αντίχειρα ή είναι λίγο μικρότερα. Αυτά ξηραίνονται σε ξηραντήρια και επεξεργάζονται με ατμούς θείου για να καταστραφούν οι μικροοργανισμοί. Όμως τα αποξηραμένα άνθη δεν μπορούν να αποθηκευτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι συνήθως στα σύγχρονα ζυθοποιία χρησιμοποιείται το εκχύλισμα που προέρχεται από τα άνθη. Δηλαδή αυτά δεν μεταφέρονται στα εργοστάσια αλλά εκχειλίζονται τα οσμηρά και γευστικά συστατικά τους στις αγροτικές περιοχές που παράχθηκαν. Στη συνέχεια συσκευάζονται σε δοχεία υπό κενό και διατηρούνται αναλλοίωτα μέχρι να χρησιμοποιηθούν. Το 90% της παραγωγής του λυκίσκου χρησιμοποιείται στην ζυθοποιία.

Χρησιμοποιείται όμως και σαν φαρμακευτικό φυτό. Έχει αποδειχθεί  ότι έχει βακτηριοστατικές ιδιότητες. Επίσης έχει καταπραϋντικές ιδιότητες και από παλιά χρησιμοποιούνταν για την αντιμετώπιση της αϋπνίας. Λόγω των φυτο-οιστρογόνων που περιέχει χρησιμοποιείται για την παραγωγή κρεμών με σκοπό την μεγέθυνση του στήθους των γυναικών.

Επίσης, εκχυλίσματα λυκίσκου χρησιμοποιήθηκαν ως αντιοξειδωτικά, ως χημειοπροστατευτικά του καρκίνου, ως αντιφλεγμονώδης και αντιμικροβιακοί παράγοντες καθώς και ως κυτταροτοξικά. Η χρήση του ως ηρεμιστικό και βοηθητικό του ύπνου είναι πιο πρόσφατη και ανακαλύφθηκε με την παρατήρηση ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται με τη συλλογή λυκίσκου κουράζονταν εύκολα, προφανώς λόγω μεταφοράς της ρητίνης από τα χέρια τους στο στόμα.

Σήμερα συχνά χορηγείται μαζί με άλλα καταπραϋντικά ή ηρεμιστικά βότανα, όπως η βαλεριάνα, η πασιφλόρα ή το μελισσόχορτο.

Το θρυμματισμένο άνθος του λυκίσκου  μπορεί να χρησιμοποιηθεί :

· ως αφέψημα,

·για παρασκευή εκχυλίσματος (1:1) αιθανόλης  & νερού 45% ν/ν

·ή εκχυλίσματος (1:10) σε γλυκό κρασί

·ή για να παρασκευάσουμε βάμμα (1:5) χρησιμοποιώντας αιθανόλη/νερό 60%.

Η ομοιοπαθητική συνιστά το βάμμα των νωπών κώνων σαν διουρητικό και αφροδισιακό.

Ο λυκίσκος χρησιμοποιείται στην Γερμανία για την  παραγωγή πολλών αλκοολούχων ποτών, όπως είναι το “ Hopfenliquor”.

Το αιθέριο έλαιο του λυκίσκου χρησιμοποιείται επίσης στην αρωματοποιία σε διάφορες κολόνιες.